Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ο Νικόλας με την οικογένεια του ταξίδευαν από το νησί του στην Αθήνα για το Σαββατοκύριακο.
« Μια ώρα ακόμα έμεινε » έλεγε ο Νικόλας. Ανυπομονούσε πως και πώς να φτάσουν. Μόλις βγήκαν από το καράβι, κοιτούσε γύρω του συνεχώς. Ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν στην Αθήνα και όλα του φαινόταν παράξενα. Παντού υπήρχαν ψηλά κτίρια, φωτισμένοι λεωφόροι, αυτοκίνητα που κινούταν ασταμάτητα.Μπήκαν σε ένα ταξί και ξεκίνησαν για το κέντρο όπου θα έμεναν σε ένα ξενοδοχείο. Καθώς προχωρούσαν βρέθηκαν σε κίνηση. Πολλά αμάξια το ένα πίσω από το άλλο και να μην κινούνται παρά ελάχιστα.

Έπειτα από λίγη ώρα, ξεπεράστηκε το μποτιλιάρισμα και φτάσανε στο Σύνταγμα. Η μεγάλη πλατεία, που πάνω της δέσποζε η Βουλή φωτισμένη και στο πλάι τα πολυτελή ξενοδοχεία, άρεσε πάρα πολύ στο Νικόλα. Από εκεί ξεκινούσαν δρόμοι με μαγαζιά που ήταν στολισμένα γιορτινά. Εκείνο το βράδυ πήγαν στο θέατρο σε μια παράσταση για παιδιά. Ήταν καταπληκτική.


Την επόμενη μέρα, το πρωί επισκέφτηκαν την Ακρόπολη. Επιτέλους ο Νικόλας είδε από κοντά τον Παρθενώνα, που τόσα είχε ακούσει. Χάζεψε για αρκετή ώρα τη θέα της πόλης από τον «ιερό βράχο» και μετά περπάτησαν μέσα από την Πλάκα προς το Μοναστηράκι κι από εκεί στο Σύνταγμα, που ήταν το ξενοδοχείο τους. Η βόλτα τους ήταν μεγάλη γιατί χάζευαν στα μαγαζιά και έκαναν ψώνια.

Ο Νικόλας αρχικά ήταν ξετρελαμένος με όλα όσα είχε δει, νόμιζε ότι η Αθήνα πρόσφερε στους ανθρώπους τα πάντα, όμως σιγά σιγά άρχισε να βλέπει και το άλλο πρόσωπο της πόλης που δεν του άρεσε καθόλου. Μέσα στους πλημμυρισμένους από κόσμο δρόμους συνάντησε και πλήθος ανθρώπων, φτωχών, ανάπηρων, άρρωστων που παρακαλούσαν για λίγα χρήματα αυτούς που ξένοιαστα έκαναν βόλτα για ψώνια. Γι’ αυτούς τα όμορφα μαγαζιά ήταν απρόσιτα, αδιάφορα. Ο Νικόλας βλέποντας τους ένιωθε θλίψη και λίγο ενοχή που αυτός μπορούσε να απολαύσει κάποια πράγματα, ενώ αυτοί τα στερούταν. Το βλέμμα τους του χάλασε τη διάθεση. Τότε δεν άντεξε και έβαλε ένα κέρμα στο ποτήρι που κρατούσε ένας ζητιάνος. Ένιωσε ότι έκανε κάτι καλό.       

Εκεί όμως που αισθάνθηκε τελείως άβολα και στενοχωρήθηκε ήταν όταν βρέθηκε κοντά σε μια πορεία. Απολυμένοι υπάλληλοι μιας εταιρίας φώναζαν κρατώντας πανό έξω από το Υπουργείο. Χάος είχε δημιουργηθεί. Οι συγκοινωνίες είχαν σταματήσει, παντού υπήρχαν αστυνόμοι. Οι διαδηλωτές φώναζαν εξοργισμένοι, κάποιοι έκαναν ζημιές στα γύρω μαγαζιά. Οι καταστηματάρχες έκλειναν γρήγορα τα μαγαζιά τους και εκείνος με τους δικούς του προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Οι σκηνές αυτές του έμειναν χαραγμένες στο μυαλό και τον βασάνιζαν όλο το βράδυ.

Σίγουρα αυτή η μικρή εκδρομή θα του έμενε αξέχαστη. Μέσα σε μια μέρα ένιωσε πλήθος από συναισθήματα που του προκάλεσε αυτή η μεγαλούπολη με τα πολλά πρόσωπα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου